Fairies and tails · Uncategorized

Άψυχο πρόσωπο


Αυτή είναι η δεύτερη ιστορία στη σειρά ιστοριών στη μητρική μου γλώσσα. Ελπίζω να σας αρέσει!

Στο παράθυρο ενός λεωφορείου γέρνει ένα άψυχο πρόσωπο, το δέρμα κοκκινισμένο από τη ζέστη, τα μάτια γυάλινα χωρίς συναίσθημα, η έκφραση παγωμένη σε μια βαριεστημένη γκριμάτσα. Τα καλώδια των ακουστικών μπλέκονται γύρω από το λαιμό, να σφίξουν παραπάνω την ανάσα, να πνίξουν τη σκέψη…

Η κοπέλα που γέρνει στο παράθυρο δεν έχει άλλα συναισθήματα να φανούν ζωηρά στο πρόσωπό της, στην έκφραση, στα καστανά της μάτια. Της τα έχει κλέψει όλα η μουσική που ηχεί χωρίς σταματημό εδώ και ώρες στα αυτιά της, που συνεχίζει να πηγαίνει από τραγούδι σε τραγούδι, από στίχο σε στίχο, από νότα σε νότα, χωρίς τέλος, χωρίς λογική αλληλουχία, χωρίς ροή∙ κομμάτια δίχως συνεκτικό ρυθμό, απλός θόρυβος για τα αυτιά, μουρμούρα για το αέναο μυαλό.

Δεν είναι αυτή η πραγματική ουσία της μουσικής, όμως, κι ο κοπέλα το ξέρει. Ξέρει ότι το τραγούδι δεν είναι για να παίζει σαν υπόκρουση, σαν κομπάρσος στη ζωή της, αλλά για να βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής, με τους προβολείς όλους απάνω του. Το τραγούδι έχει ψυχή και τη δίνει σε αυτούς που λαχταρούν να τη νιώσουν να ενώνεται με τη δικιά τους, να γίνουν οι στίχοι φερέφωνο του «είναι» τους και οι μελωδίες αντίλαλος των αισθημάτων και αντιδράσεών τους.

Το τραγούδι είναι φτιαγμένο από άνθρωπο για άνθρωπο.

Κι όμως, εκείνη το υποτιμά. Του φέρεται σαν κάτι δευτερεύον που μπορεί να ακούσει από βαρεμάρα. Τι θράσος δείχνει! Τι ανίδεη και αναίσθητη που είναι! Μα, δεν ξέρει την αξία που έχει αυτό που ακούει; Δεν ξέρει ότι άλλοι το ακούνε αυτή τη στιγμή με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι, και δάκρυα να τρέχουν ρυάκι από μάτια καστανά και γαλάζια και πράσινα, και σώμα να τρέμει από την ένταση. Πώς γίνεται να μην το ξέρει;

Τόσα και τόσα ξέρει, μα μέσα στη καθημερινότητά της πολλά σιγά σιγά χάνουν το νόημα τους, την αξία τους, αυτό το κάτι που κάποτε έκανε τα μάτια της να λάμπουν από θαυμασμό για όλα τα μικρά θαύματα γύρω της.

Αυτά πλέον έχουν θαμπώσει, έχουν γίνει ένα με το άψυχο πρόσωπο, από μία χλωμάδα αφύσικη που τη σκεπάζει έξω και μέσα, που την κάνει να σουφρώνει και φρύδια μα και να σφίγγει και καρδιά, να νιώθει ένα χέρι βαρύ να αιωρείται με το απειλητικό του βάρος πάνω από το στήθος.

Τι δύσκολο να αντιμετωπίσεις τέτοια πίεση πάνω στη καρδιά! Τι δύσκολο που θα ήταν αν αυτό το χέρι όντως την πίεζε κάτω, με δύναμη Τιτάνα, τόσο μεγάλη που έσπαγε τα κόκαλα και έσκιζε το δέρμα και έφτανε μέσα από τη σάρκα να πιάσει τον ζωογόνο μυ, να σπάσει τις αρτηρίες και τις φλέβες, να…

Το άψυχο πρόσωπο συσπάστηκε για μια κοφτή στιγμή.

Τι πανικός ήταν αυτός από το πουθενά;! Γιατί τέτοιες σκέψεις ταλαιπωρούν το μυαλουδάκι της; Μάλλον φταίει το πόσο κουρασμένη είναι. Ναι, ναι, αυτό θα είναι! Πρέπει να χαλαρώσει, να κοιμηθεί. Τόσες ώρες ταξίδι έχει ακόμα μπροστά της.

Αλλά πως να κοιμηθεί όταν τέτοια τραγούδια παίζουν στα αυτιά της; Είχε πραγματικά ξεχάσει πόσο πολύ την επηρέαζε η μουσική, πως σε κάθε στίχο και κάθε νότα μπορούσε να βρει ένα κομμάτι του εαυτού της. Να, τώρα κάθε συναίσθημα που λαλεί ο τραγουδιστής με σπασμένη φωνή φαίνεται στο πρόσωπο, στην έκφραση, στα φρύδια που σουφρώνουν, στα μάτια που γεμίζουν δάκρυα και τώρα, να! θα ξεχειλίσουν.

Πόσες ώρες είχε μείνει μουδιασμένη η ψυχή και το πρόσωπο; Πόσες μέρες, ίσως και μήνες; Μα, τέτοια ψυχή δεν μπορεί να μείνει μουδιασμένη για πάντα, τέτοιο πρόσωπο αποζητά να θυμώσει και να γελάσει και να κλάψει. Είναι αμαρτία από το Θεό να μείνει για πάντα έτσι ανέκφραστο.

Κι ας μην της φεύγει ο πανικός, κι ας μην ηρεμεί ο χτύπος της καρδιάς, πιο δυνατός πλέον και από το τραγούδι που πια ουρλιάζει στα ακουστικά. Εκείνη το έχει ανάγκη.

Αλλιώς, αυτός ο Τιτάνας, που προς το παρόν της πιέζει τη καρδιά, θα αλλάξει τακτική. Θα πάρει αυτά τα βαριά του χέρια και θα τα τυλίξει γύρω από το λαιμό, πιο σφιχτά από τα ακουστικά, πιο σφιχτά και από σκοινί αγχόνης, και θα της πάρει τη πνοή, θα τη πνίξει, θα τη σκοτώσει. Δεν υπάρχει χειρότερος θάνατος από αυτό.

Έχει ακούσει για αυτούς που θαλασσοπνίγονται, για το πανικό, για το βίαιο ένστικτο να πάρουν ανάσα, να γεμίσουν τα πνευμόνια, όχι με βαρύ εξοντωτικό νερό, αλλά με ελαφρύ αεράκι σαν κι αυτό που πνέει στις έρημες παραλίες. Μα, δεν το καταφέρνουν, μα δεν βρίσκουν πουθενά ένα χέρι, ένα σωσίβιο να τους πάει στην επιφάνεια.

Έτσι νιώθει κι αυτή, σαν να μην έχει κανέναν γύρω της, σαν να μην μπορεί να ζητήσει βοήθεια από άνθρωπο ζωντανό δίπλα της, σαν να είναι σε μία έρημο μόνη της, πνιγμένη στην εκκωφαντική ησυχία.

Κι όμως, από αυτά τα ακουστικά που έχουν τυλιχτεί γύρω από το λαιμό, εκείνη μπορεί να ακούσει μία φωνή, μία λαλιά ανθρώπινη, κάτι να της θυμίσει πως δεν είναι σε έρημο μα σε κόσμο, πως κάποιος θα της δώσει ένα χέρι ή ένα σωσίβιο, ότι κάποιος Δίας θα κατεβεί ως «από μηχανής θεός» και θα σκοτώσει το Τιτάνα.

Ίσως όχι Δίας. Ίσως την σώσει ο νέος Απόλλωνας με την γλυκιά αρμονία της λύρας του. Σαν να τον βλέπει μπροστά της, να αχνοφαίνεται ανάμεσα από τα θολά της δάκρυα που την πνίγουν στην δική της προσωπική φουρτούνα. Την κοιτά με μάτια φωτεινά σαν ήλιος, με τη λύρα να παίζει μια μελωδία άγνωστη μα ταυτόχρονα οικεία. Μήπως αυτήν ακούν όσοι αναπαύονται στα Ηλύσια Πεδία;

Μα, εκείνη δεν θέλει να καταλήξει σε αυτή την αιώνια πεδιάδα! Όχι ακόμα! Δεν θέλει να παραδοθεί σε αυτή. Έχει τόσα ακόμα να ζήσει, κι ας την σκοτώνει λίγο λίγο αυτός ο Τιτάνας.

Κοιτά τον Απόλλωνα από τα χαμηλά, τα δικά της, τα επίγεια, και βρίσκει άλλο νόημα σε αυτό του το τραγούδι, στα μάτια τα λαμπρά. Πιέζει το μέσα της να ακούσει αλλιώς τη μουσική, να πάρει μία ανάσα σωστή, όχι πνιχτή στη θαλασσοταραχή.

Μήπως το κατάλαβε ο θεός ότι το προσπαθεί; Μήπως για αυτό ξαφνικά τον βλέπει να της χαμογελά; Μήπως για αυτό αλλάζει το τραγούδι του; Και της δίνει το χέρι, της τραγουδά σιγανά σαν ψίθυρο, την τραβά από τη βαθιά τη θάλασσα και διώχνει τον Τιτάνα…

Σκέφτεται εκείνη, τώρα που γεμίζουν αέρα τα στήθια της, ότι αν είχε παραδοθεί στο Τιτάνα, στον πνιγμό της, δεν θα άκουγε ποτέ ξανά τον Απόλλωνα. Θα έχανε για πάντα το γλυκό του ήχο, την αρχαία του άρπα, τα λαμπερά μάτια… Θα έμενε για πάντα παγωμένο το πρόσωπό της.

Τι κρίμα που θα ήταν. Και εκείνη μόνο κρίματα δεν θέλει στη ζωή της. Το ξέρει αυτό ο γλυκός θεός. Μάλλον ξέρει όσα ξέρει και αυτή η τέχνη της μουσικής, όλα τα ανθρώπινα πάθη και σκαρφίσματα. Ίσως για αυτό κάποτε αγάπησε κι εκείνη τη τέχνη, ίσως για αυτό την αγαπά ακόμα…

Τη θυμήθηκε την αξία της και την αγάπη της. Θυμήθηκε γιατί την ακούει τόσες ώρες και πως τη σώζει κάθε βράδυ από τους χειρότερους γίγαντες και τα πιο απειλητικά σπαθιά και όπλα. Το άψυχο πρόσωπο απέκτησε πάλι ψυχή τώρα που βγήκε στην επιφάνεια. Το μόνο που θυμίζει πλέον τη θαλασσοταραχή του μυαλού της είναι δυο αλμυρά δάκρυα, τα τελευταία που ξέφυγαν από τα μάτια, αυτά τα καστανά που πλέον λάμπουν και πάλι.

Η κοπέλα που γέρνει στο παράθυρο του λεωφορείου βγάζει τα ακουστικά της, μα οι ψίθυροι του Απόλλωνα τη συνοδεύουν στο νου της.

Έφτασε ανακουφισμένη στο προορισμό της.

This piece of literature belongs to me. Therefore, only repost and share by giving credit. But feel free to share it on any social media platform you like!

Image source: https://gr.pinterest.com/pin/268667934000480086/ (found on Google Images)

Tell me what you think

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.